ἱκετεύω

ἱκετ-εύω, [tense] fut.
A

-σω E.IA462

(cj. Markl.), Isoc.7.69: [tense] aor. 1 ἱκέτευσα: used by Hom. only in [tense] impf. and [tense] aor. with [pron. full] metri gr., but in Trag. [pron. full] from the augm.:—[voice] Med. and [voice] Pass. (v. infr.):—approach as a suppliant,

ἐπεί σε φυγὼν ἱκέτευσα Od.15.277

, al.;

ἐς Πηλῆ' ἱκέτευσε Il.16.574

; ἐς Θήβας ἱ. Hes.Sc.13; ἱ. σε τῶνδε γουνάτων, πρὸς γονάτων σε, E.Hec.752, Med.854 (lyr.): abs., Hdt.3.48, Isoc.7.69, Phld.Piet. 63.
2 supplicate, beseech, c. acc. pers. et inf.,

ὁ δέ με μάλα πόλλ' ἱκέτευεν ἱππόθεν ἐξέμεναι Od.11.530

, cf. Hdt.1.11, S.OC1414, E.Ion 468 (lyr.);

δέομαι ὑμῶν καὶ ἱ. καὶ ἀντιβολῶ . . βοηθῆσαι D.27.68

;

δεόμενον καὶ ἱκετεύοντα σοφίας μεταδιδόναι Pl.Euthd.282b

; ἱ. τὸν θεόν, ἵνα . . Aristeas 233;

ἱκετεύεις ἵνα ἀφεθῇς Arr.Epict.3.24.76

;

ἱ. ὡς . . Luc.Anach.1

: c. gen. pers. et inf., beg of one that . . , E.IA 1242: c. dat., interpol. in Is.2.8:—[voice] Pass.,

τοῦ θεοῦ ἱκετευθέντος ὑπὸ σοῦ J.AJ6.2.2

.
3 c. acc. rei,

ὑπὲρ οἴκου . . ἱ. τάδε E.Or.673

;

ὅσα πρὸς ἱεροῖς ἱκέτευσαν Th.2.47

;

περὶ ὧν ἔδοξεν ἔννομα ἱκετεύειν ἐν τῇ βουλῇ IG22.218.8

, cf. 337.34:—[voice] Pass., τὰ -όμενα Aristeas 192.
4 in Trag., freq. parenthetic, ἱκετεύω or ἱκετεύω σε, S.Ph.932, 1183 (lyr.), E.Hec.97 (anap.), cf. Ar.Nu.696, al.:—[voice] Med., Id.Ec.915 (lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ικετεύω — ρ. μετβ. молить, умолять: ικετεύω τον Κύριο умолять Господа …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἱκετεύω — approach as a suppliant pres subj act 1st sg ἱκετεύω approach as a suppliant pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ικετεύω — ικετεύω, ικέτεψα και ικέτευσα βλ. πίν. 17 , βλ. πίν. 19 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ικετεύω — (ΑΜ ἱκετεύω) [ικέτης] 1. ζητώ βοήθεια, προστασία 2. παρακαλώ θερμά μσν. προσεύχομαι στον θεό αρχ. πλησιάζω κάποιον ως ικέτης …   Dictionary of Greek

  • ικετεύω — ικέτεψα 1. παρακαλώ θερμά: Σε ικετεύω, μη φύγεις. 2. ζητώ κάτι ως βοήθεια ή εύνοια: Τον ικέτευαν να λυπηθεί τη ζωή τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ικετεύω — [икетэво] р. просить, умолять …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἱκετεύσουσιν — ἱκετεύω approach as a suppliant aor subj act 3rd pl (epic) ἱκετεύω approach as a suppliant fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἱκετεύω approach as a suppliant fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) ἱ̱κετεύσουσιν , ἱκετεύω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετεύσοντα — ἱκετεύω approach as a suppliant fut part act neut nom/voc/acc pl ἱκετεύω approach as a suppliant fut part act masc acc sg ἱ̱κετεύσοντα , ἱκετεύω approach as a suppliant futperf ind act neut nom/voc/acc pl ἱ̱κετεύσοντα , ἱκετεύω approach as a… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετεύσατε — ἱκετεύω approach as a suppliant aor imperat act 2nd pl ἱ̱κετεύσατε , ἱκετεύω approach as a suppliant aor ind act 2nd pl ἱκετεύω approach as a suppliant aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετεύσετε — ἱκετεύω approach as a suppliant aor subj act 2nd pl (epic) ἱκετεύω approach as a suppliant fut ind act 2nd pl ἱ̱κετεύσετε , ἱκετεύω approach as a suppliant futperf ind act 2nd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετεύσομεν — ἱκετεύω approach as a suppliant aor subj act 1st pl (epic) ἱκετεύω approach as a suppliant fut ind act 1st pl ἱ̱κετεύσομεν , ἱκετεύω approach as a suppliant futperf ind act 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.